Ελένη Κούκου (Λέγκω) Ελένη Κούκου – Μια ζωή δεμένη με την ιστορία, την οικογένεια και τις απώλειες... Η Ελένη Κούκου (Λέγκω) γεννήθηκε στο Σιτοχώρι Βισαλτίας Σερρών το 1920, σε έναν τόπο όπου η ζωή ήταν σκληρή, αλλά οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν ακόμη πιο δυνατοί. Ήταν κόρη του Παναγιώτη και της Κατερίνας Κυριακούδη, και αδερφή του Δημήτρη (Δημητρού) Κυριακούδη, ενός ανθρώπου που θα σφράγιζε αργότερα με τη μοίρα του όχι μόνο την οικογένεια, αλλά και την ιστορία της εποχής. Από την ηλικία των δεκατριών ετών, η ζωή της αλλάζει δραματικά, καθώς χάνει και τους δύο γονείς της και μένει ορφανή. Μέσα σε αυτή τη βαθιά απώλεια, δεν μένει ποτέ πραγματικά μόνη. Μεγαλώνει στο πατρικό της σπίτι, μαζί με τον αδερφό της Δημήτρη, τη σύζυγό του Αθανασία (Θανάσω) και τα μικρά τότε παιδιά τους. Σε εκείνο το σπίτι, η Ελένη δεν βιώνει απλώς συγκατοίκηση· βιώνει μια δεύτερη οικογένεια. Η Θανάσω Κυριακούδη γίνεται για εκείνη κάτι πολύ περισσότερο από κουνιάδα. Την μεγαλώνει ουσιαστικά σαν δικό της παιδί, σαν αδερφή, σαν κόρη. Η σχέση τους δεν ήταν τυπική οικογενειακή σχέση, αλλά ένας βαθύς δεσμός φροντίδας, αλληλεγγύης και κοινής ζωής μέσα σε δύσκολες εποχές. Έτσι, η Ελένη μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η έννοια της οικογένειας δεν περιορίζεται στο αίμα, αλλά χτίζεται καθημερινά μέσα από την αγάπη και την επιβίωση. Ο αδερφός της, Δημήτρης Κυριακούδης, υπήρξε ιδεολόγος κομμουνιστής και μέλος του ΚΚΕ, με έντονη πολιτική δράση και βαθιά πίστη στις ιδέες του. Η πορεία του, όμως, θα σημαδευτεί από διώξεις και εξορίες. Τον Γενάρη του 1937 συλλαμβάνεται από το Μεταξικό καθεστώς και οδηγείται στην εξορία, αρχικά στη Φολέγανδρο και στη συνέχεια στην Ακροναυπλία. Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης εξορίας του, η Ελένη είχε τακτική αλληλογραφία μαζί του μέσω επιστολών, μέσα από ένα δύσκολο και ασφυκτικό πλαίσιο της εποχής. Μερικές από αυτές τις επιστολές διασώζονται μέχρι σήμερα και έχουν παραδοθεί στο Ιστορικό Αρχείο του ΚΚΕ, αποτελώντας πολύτιμα τεκμήρια όχι μόνο της προσωπικής τους σχέσης, αλλά και της ιστορικής περιόδου. Την Πρωτομαγιά του 1944, ο Δημήτρης εκτελείται στο σκοπευτήριο της Καισαριανής μαζί με τους 200 Κομμουνιστές, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο μια πολιτική διαδρομή, αλλά και μια οικογένεια σημαδεμένη από την απώλειά του. Με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, η Ελένη συμμετέχει ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις της ΕΠΟΝ. Για τη δράση της αυτή τιμήθηκε με το “Μετάλλιο της Συμμετοχής”, αναγνωρίζοντας τη συμβολή της σε μια δύσκολη και επικίνδυνη εποχή. Ο σύζυγός της, Θανάσης (Νάσος) Κούκος, από τον Αύγουστο του 1941 συμμετέχει στην πρώτη πανελλαδικά οργανωμένη αντιστασιακή ομάδα, το Σώμα ανταρτών «Οδυσσέας Ανδρούτσος» στα βουνά των Κερδυλλίων. Αρχηγός της ομάδας ήταν ο κομμουνιστής δάσκαλος Θανάσης Γκένιος (Λασσάνης), από την Ηράκλεια Σερρών, ο οποίος αργότερα έγινε επιτελάρχης της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ο Θανάσης Κούκος βρίσκεται ξανά στο βουνό, αυτή τη φορά ως μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος (ΔΣΕ). Τον Σεπτέμβρη του 1947 σκοτώνεται στα βουνά των Κρουσίων και ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ, αφήνοντας πίσω του μια ακόμη πληγή στη ζωή της Ελένης. Η ίδια, την περίοδο του Εμφυλίου (1946–1949), εκτοπίζεται μαζί με το ανήλικο παιδί της αρχικά στην Αγία Ελένη (Κακαράσκα) και στη συνέχεια στην Πεντάπολη Σερρών. Πριν από τον εκτοπισμό της, υποχρεώνεται από το καθεστώς να συμμετέχει στον καθαρισμό ναρκών στον επαρχιακό δρόμο Σιτοχώρι–Μόδι–Νιγρίτα, σε συνθήκες που σήμερα προκαλούν βαθιά συγκίνηση και αποτροπιασμό, καθώς πραγματοποιούνταν με οικογένειες ανταρτών πάνω σε κάρα, σε δρομολόγια θανάτου. Από τη ζωή της αποκτά έναν γιο, τον Δημήτρη Κούκο, ο οποίος παίρνει το όνομα του εκτελεσμένου στην Καισαριανή αδερφού της, κρατώντας έτσι ζωντανή τη μνήμη του μέσα στην οικογένεια. Η Ελένη Κούκου έφυγε από τη ζωή την 1η Φεβρουαρίου 2005, πλήρης ημερών. Έφυγε περήφανη, κουβαλώντας μέσα της όχι μόνο τις δυσκολίες μιας ολόκληρης εποχής, αλλά και τη βαθιά βεβαιότητα ότι η ζωή της ήταν δεμένη με ανθρώπους που αγάπησε βαθιά: τον αδερφό της Δημήτρη, τον σύζυγό της Θανάση, και πάνω απ’ όλα τη Θανάσω, που στάθηκε για εκείνη σαν οικογένεια, σαν μητέρα, σαν αδερφή και σαν δεύτερη ψυχή μέσα στο ίδιο σπίτι. Η μνήμη της δεν είναι απλώς οικογενειακή. Είναι μνήμη μιας ολόκληρης εποχής που γράφτηκε μέσα από απώλειες, δεσμούς και ανθρώπους που έμαθαν να επιβιώνουν μέσα από την αγάπη και την αντοχή. Previous article: O ήρωας Δημήτρης Κυριακούδης Prev Next article: Οι 200 της Καισιαριανής Next