Dry Shampoos That Smell Just as Good as Perfume

Μια γυναίκα σιωπηλή αλλά ανυπότακτη, που κράτησε όρθια μια ολόκληρη οικογένεια μέσα στις πιο δύσκολες εποχές. Η γιαγιά Θανάσω δεν ήταν απλώς μια μάνα — ήταν σύμβολο δύναμης, αξιοπρέπειας και αγάπης.

Dry Shampoos That Smell Just as Good as Perfume

Δημήτρης Κυριακούδης – Ο Σερραίος Βισάλτης αγωνιστής,
ο ιδεολόγος που δεν λύγισε ποτέ!

Ο Δημήτρης Κυριακούδης γεννήθηκε το 1909 στο Σιτοχώρι Νιγρίτας Σερρών, έναν τόπο αγροτικό, σκληρό και ταυτόχρονα βαθιά ριζωμένο στην ελληνική γη. Από τα πρώτα του βήματα έδειξε πως δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη μορφή της εποχής του. Ήταν ένα παιδί της επαρχίας που κουβαλούσε μέσα του μια ασυνήθιστη δίψα: τη δίψα για γνώση, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια.

Η φοίτησή του στο Γυμνάσιο Σερρών δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Σε μια εποχή φτώχειας και στερήσεων, ο νεαρός Δημήτρης αναγκαζόταν συχνά να διανύει περίπου 40 χιλιόμετρα με άλογο για να φτάσει στο σχολείο.
Κάθε διαδρομή ήταν και μια πράξη αποφασιστικότητας, κάθε χιλιόμετρο μια σιωπηλή δήλωση πως η μόρφωση
δεν είναι προνόμιο, αλλά κατάκτηση. Ήδη από τότε, έδειχνε πως δεν θα ακολουθούσε τον εύκολο δρόμο.

Καταγόμενος από αγροτική οικογένεια, έμαθε από μικρός τι σημαίνει κόπος, επιμονή και καθημερινός αγώνας για επιβίωση. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο 19ο Σύνταγμα Πεζικού, όπου κατατάχθηκε το 1928 και απολύθηκε το 1930 με τον βαθμό του Λοχία. Ακόμη και εκεί, ξεχώριζε για τη σοβαρότητα, την πειθαρχία και το ήθος του.

Στη συνέχεια εργάστηκε στα μεγάλα έργα αποξήρανσης της λίμνης Αχινού, έργα που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή και απαιτούσαν σωματική αντοχή και ψυχική δύναμη. Όμως ο Δημήτρης δεν ήταν μόνο εργάτης της γης. Ήταν και εργάτης της σκέψης.

Ανήσυχο πνεύμα, βαθιά ιδεολόγος και ιδιαίτερα μορφωμένος για τα δεδομένα της εποχής, ο Κυριακούδης δεν έμεινε ποτέ αδιάφορος απέναντι στις κοινωνικές αδικίες που έβλεπε γύρω του. Πίστεψε στις πανανθρώπινες αξίες της ισότητας και της δικαιοσύνης και εντάχθηκε ενεργά στο εργατικό κίνημα, επιλέγοντας έναν δρόμο δύσκολο, γεμάτο κινδύνους αλλά και αλήθεια.

Αυτός ο δρόμος όμως είχε τίμημα.

Στις 17 Ιανουαρίου 1937 συνελήφθη από το Μεταξικό καθεστώς, μετά από καταδόσεις που, όπως μαρτυρά η μνήμη της εποχής, προήλθαν ακόμη και από παιδικούς φίλους και εξαδέλφους του. Η προδοσία δεν ήρθε από ξένους. Ήρθε από πρόσωπα οικεία, από ανθρώπους που μοιράστηκαν μαζί του τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Αυτή ίσως ήταν και η πιο βαριά πληγή.

Αρχικά μεταφέρθηκε στο Τμήμα Μεταγωγών Σερρών και στη συνέχεια εξορίστηκε στη Φολέγανδρο. Ξεκίνησε έτσι η μακρά πορεία της εξορίας, της απομόνωσης και της πολιτικής δίωξης για τις ιδέες του.

Από τις αρχές του 1938 έως τον Φεβρουάριο του 1942 κρατήθηκε στις φυλακές Ακροναυπλίας. Εκεί, μέσα σε σκληρές συνθήκες εγκλεισμού, δεν λύγισε. Η σκέψη του παρέμεινε καθαρή, το βλέμμα του στραμμένο σε έναν κόσμο πιο δίκαιο, ακόμη κι όταν ο ίδιος ζούσε μέσα στην αδικία.

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας το 1941, το καθεστώς παρέδωσε τους κρατούμενους στους κατακτητές. Ο Δημήτρης δεν ήταν πλέον απλώς πολιτικός κρατούμενος. Ήταν ένας άνθρωπος στο στόχαστρο της Ιστορίας.

Στην εξορία: Ακροναυπλία 1936-1942 (με συγκρατούμενους του, πρώτος από αριστερά)

Το 1943 μεταφέρθηκε στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Λάρισας και λίγο αργότερα στο Χαϊδάρι. Από εκεί, η διαδρομή του τον οδήγησε στο πιο σκοτεινό σημείο: την Καισαριανή.

Την Πρωτομαγιά του 1944, εκτελέστηκε, όπως τόσοι άλλοι αγωνιστές της εποχής, αφήνοντας πίσω του μια ζωή που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί, αλλά πρόλαβε να αποκτήσει αιωνιότητα.

Πίσω του άφησε την Αθανασία Κυριακούδη, τη Νασώ του, και τα παιδιά τους: τον Μενέλαο και τον Παναγιώτη, ενώ οι δύο κόρες του, η Κατερίνα και η Παναγιώτα, χάθηκαν σε μικρή ηλικία από ασθένεια, μέσα στις ίδιες δύσκολες συνθήκες της εξορίας και της ταραγμένης εκείνης περιόδου.

  • Ο γιος του Παναγιώτης δεν τον γνώρισε ποτέ. Σύμφωνα με διηγήσεις της γιαγιάς το μόνο που πρόλαβε να του φτάσει ήταν μια μικρή φωτογραφία του μωρού, μία από τις ελάχιστες στιγμές πατρικής επαφής μέσα στην απόσταση της εξορίας.
  • Παράλληλα, σε μια από τις πιο σκληρές και μακάβριες εικόνες της εποχής, ο φωτογράφος της περιοχής απαθανάτισε τη μικρή του κόρη στο φέρετρο, ώστε η τελευταία αυτή φωτογραφία να σταλεί στον πατέρα της — για να τη δει για μια τελευταία φορά.

Αυτές οι λεπτομέρειες αποτυπώνουν το ανθρώπινο μέγεθος της τραγωδίας που βίωσε η οικογένεια, πέρα από την πολιτική και ιστορική διάσταση της εποχής.

Και όμως, ο Δημήτρης Κυριακούδης δεν έμεινε μόνο ως μια τραγική φιγούρα της Ιστορίας.

Έμεινε ως σύμβολο.

Ως ένας κομμουνιστής πατριώτης που πίστεψε βαθιά σε έναν κόσμο χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Επηρεασμένος από τα μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής, από τη Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση και την ελπίδα ενός νέου κοινωνικού μοντέλου, αφιέρωσε τη ζωή του όχι στην προσωπική του ευημερία, αλλά σε μια συλλογική προοπτική δικαιοσύνης.

Η πορεία του μπορεί να κόπηκε βίαια στην Καισαριανή, όμως οι ιδέες του δεν έμειναν εκεί.

Ταξίδεψαν μέσα στον χρόνο.

Πέρασαν στα παιδιά του, στα εγγόνια του, στις επόμενες γενιές. Έγιναν μνήμη, αφήγηση, ταυτότητα. Και ακόμη και σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, εξακολουθούν να εμπνέουν.

Ο Δημήτρης Κυριακούδης δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος της εποχής του.

Ήταν ένας άνθρωπος που ξεπέρασε την εποχή του.

Και το όνομά του, χαραγμένο στη μνήμη της οικογένειας και της ιστορίας, συνεχίζει να θυμίζει πως υπάρχουν ζωές που, ακόμη κι όταν τελειώνουν πρόωρα, δεν σβήνουν ποτέ πραγματικά.

Dry Shampoos That Smell Just as Good as Perfume

Ελένη Κούκου – Μια ζωή δεμένη με την ιστορία, την οικογένεια και τις απώλειες...

Η Ελένη Κούκου (Λέγκω) γεννήθηκε στο Σιτοχώρι Βισαλτίας Σερρών το 1920, σε έναν τόπο όπου η ζωή ήταν σκληρή, αλλά οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν ακόμη πιο δυνατοί. Ήταν κόρη του Παναγιώτη και της Κατερίνας Κυριακούδη, και αδερφή του Δημήτρη (Δημητρού) Κυριακούδη, ενός ανθρώπου που θα σφράγιζε αργότερα με τη μοίρα του όχι μόνο την οικογένεια, αλλά και την ιστορία της εποχής.

Από την ηλικία των δεκατριών ετών, η ζωή της αλλάζει δραματικά, καθώς χάνει και τους δύο γονείς της και μένει ορφανή. Μέσα σε αυτή τη βαθιά απώλεια, δεν μένει ποτέ πραγματικά μόνη. Μεγαλώνει στο πατρικό της σπίτι, μαζί με τον αδερφό της Δημήτρη, τη σύζυγό του Αθανασία (Θανάσω) και τα μικρά τότε παιδιά τους.

Σε εκείνο το σπίτι, η Ελένη δεν βιώνει απλώς συγκατοίκηση· βιώνει μια δεύτερη οικογένεια. Η Θανάσω Κυριακούδη γίνεται για εκείνη κάτι πολύ περισσότερο από κουνιάδα. Την μεγαλώνει ουσιαστικά σαν δικό της παιδί, σαν αδερφή, σαν κόρη. Η σχέση τους δεν ήταν τυπική οικογενειακή σχέση, αλλά ένας βαθύς δεσμός φροντίδας, αλληλεγγύης και κοινής ζωής μέσα σε δύσκολες εποχές. Έτσι, η Ελένη μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η έννοια της οικογένειας δεν περιορίζεται στο αίμα, αλλά χτίζεται καθημερινά μέσα από την αγάπη και την επιβίωση.

Ο αδερφός της, Δημήτρης Κυριακούδης, υπήρξε ιδεολόγος κομμουνιστής και μέλος του ΚΚΕ, με έντονη πολιτική δράση και βαθιά πίστη στις ιδέες του. Η πορεία του, όμως, θα σημαδευτεί από διώξεις και εξορίες.

Τον Γενάρη του 1937 συλλαμβάνεται από το Μεταξικό καθεστώς και οδηγείται στην εξορία, αρχικά στη Φολέγανδρο και στη συνέχεια στην Ακροναυπλία. Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης εξορίας του, η Ελένη είχε τακτική αλληλογραφία μαζί του μέσω επιστολών, μέσα από ένα δύσκολο και ασφυκτικό πλαίσιο της εποχής. Μερικές από αυτές τις επιστολές διασώζονται μέχρι σήμερα και έχουν παραδοθεί στο Ιστορικό Αρχείο του ΚΚΕ, αποτελώντας πολύτιμα τεκμήρια όχι μόνο της προσωπικής τους σχέσης, αλλά και της ιστορικής περιόδου.

Την Πρωτομαγιά του 1944, ο Δημήτρης εκτελείται στο σκοπευτήριο της Καισαριανής μαζί με τους 200 Κομμουνιστές, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο μια πολιτική διαδρομή, αλλά και μια οικογένεια σημαδεμένη από την απώλειά του.

Με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, η Ελένη συμμετέχει ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις της ΕΠΟΝ. Για τη δράση της αυτή τιμήθηκε με το “Μετάλλιο της Συμμετοχής”, αναγνωρίζοντας τη συμβολή της σε μια δύσκολη και επικίνδυνη εποχή.

Ο σύζυγός της, Θανάσης (Νάσος) Κούκος, από τον Αύγουστο του 1941 συμμετέχει στην πρώτη πανελλαδικά οργανωμένη αντιστασιακή ομάδα, το Σώμα ανταρτών «Οδυσσέας Ανδρούτσος» στα βουνά των Κερδυλλίων. Αρχηγός της ομάδας ήταν ο κομμουνιστής δάσκαλος Θανάσης Γκένιος (Λασσάνης), από την Ηράκλεια Σερρών, ο οποίος αργότερα έγινε επιτελάρχης της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ.

Κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ο Θανάσης Κούκος βρίσκεται ξανά στο βουνό, αυτή τη φορά ως μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος (ΔΣΕ). Τον Σεπτέμβρη του 1947 σκοτώνεται στα βουνά των Κρουσίων και ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ, αφήνοντας πίσω του μια ακόμη πληγή στη ζωή της Ελένης.

Η ίδια, την περίοδο του Εμφυλίου (1946–1949), εκτοπίζεται μαζί με το ανήλικο παιδί της αρχικά στην Αγία Ελένη (Κακαράσκα) και στη συνέχεια στην Πεντάπολη Σερρών. Πριν από τον εκτοπισμό της, υποχρεώνεται από το καθεστώς να συμμετέχει στον καθαρισμό ναρκών στον επαρχιακό δρόμο Σιτοχώρι–Μόδι–Νιγρίτα, σε συνθήκες που σήμερα προκαλούν βαθιά συγκίνηση και αποτροπιασμό, καθώς πραγματοποιούνταν με οικογένειες ανταρτών πάνω σε κάρα, σε δρομολόγια θανάτου.

Από τη ζωή της αποκτά έναν γιο, τον Δημήτρη Κούκο, ο οποίος παίρνει το όνομα του εκτελεσμένου στην Καισαριανή αδερφού της, κρατώντας έτσι ζωντανή τη μνήμη του μέσα στην οικογένεια.

Η Ελένη Κούκου έφυγε από τη ζωή την 1η Φεβρουαρίου 2005, πλήρης ημερών. Έφυγε περήφανη, κουβαλώντας μέσα της όχι μόνο τις δυσκολίες μιας ολόκληρης εποχής, αλλά και τη βαθιά βεβαιότητα ότι η ζωή της ήταν δεμένη με ανθρώπους που αγάπησε βαθιά: τον αδερφό της Δημήτρη, τον σύζυγό της Θανάση, και πάνω απ’ όλα τη Θανάσω, που στάθηκε για εκείνη σαν οικογένεια, σαν μητέρα, σαν αδερφή και σαν δεύτερη ψυχή μέσα στο ίδιο σπίτι.

Η μνήμη της δεν είναι απλώς οικογενειακή.

Είναι μνήμη μιας ολόκληρης εποχής που γράφτηκε μέσα από απώλειες, δεσμούς και ανθρώπους που έμαθαν να επιβιώνουν μέσα από την αγάπη και την αντοχή.

Dry Shampoos That Smell Just as Good as Perfume

Οι 200 της Καισαριανής«…Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα»

Οι ‘’200 της Καισαριανής’’ ήταν Έλληνες πολιτικοί κρατούμενοι που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής από τις ναζιστικές δυνάμεις Κατοχής, ως αντίποινα για τη δράση της αντιστασιακής οργάνωσης του ΕΛΑΣ. Οι περισσότεροι από τους εκτελεσθέντες παραδόθηκαν στις δυνάμεις Κατοχής από το προηγούμενο φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των 200 ήταν μέλη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.

Πολιτικοί κρατούμενοι της δικτατορίας Μεταξά
Από τον Φεβρουάριο του 1937 άρχισε η συγκέντρωση των κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών κατά της δικτατορίας του Μεταξά στο φρούριο της Ακροναυπλίας, στις φυλακές της Κέρκυρας και σε μικρά νησιά του Αιγαίου. Κατά την τετράχρονη Μεταξική Δικτατορία, χιλιάδες κομμουνιστές πέρασαν από τις φυλακές και τις εξορίες. Στο ξεκίνημα του Ιταλοελληνικού πολέμου οι κρατούμενοι και εξόριστοι κομμουνιστές ανέρχονταν περίπου στους 2.000 άντρες και γυναίκες, που κρατούνταν στην Ακροναυπλία, στην Ανάφη, στον Αι-Στράτη, στην Κέρκυρα, στην Αίγινα, στη Φολέγανδρο, στην Κίμωλο, στη Γαύδο, στη Σίκινο, στην Τρίπολη και σε άλλες φυλακές στο Ασβεστοχώρι, στην Ιο, στην Αμοργό, στην Πύλο κ.α.

Μετά από τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941, έγινε και η τυπική παράδοση των 600 κρατουμένων της Ακροναυπλίας στους κατακτητές. Από αυτούς, οι 200 στάλθηκαν στα στρατόπεδα Κατούνας, Βόνιτσας, Λαζαρέτο και Κέρκυρας. Άλλους 300 έστειλαν στο στρατόπεδο Λάρισας- Τρικάλων. Από το στρατόπεδο της Λάρισας, 54 εκτελέστηκαν για αντίποινα στο Κούρνοβο στις 6 Ιουνίου του 1943. Με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών στις 8 Σεπτέμβρη 1943, οι Γερμανοί μετέφεραν τους Ακροναυπλιώτες της
Λάρισας στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου.

Ο Βασίλης Μπαρτζιώτας στο βιβλίο του ‘’Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβρης 1944’’ (2η έκδοση από τη Σύγχρονη Εποχή, σελ. 187) αναφερόμενος στο 1941 γράφει: ‘’...Μια επιτροπή των κρατουμένων Ακροναυπλιωτών ζήτησε, μέσω του αντισυνταγματάρχη χωροφυλακής Πάταρη, να γίνει δεκτή από τον ‘Αγγλο ναύαρχο, που ήταν με τα καράβια του στον Αργολικό Κόλπο (αυτός ο ναύαρχος ήταν τότε ο ουσιαστικός κυβερνήτης) και να του προτείνει να μας αφήσει ελεύθερους για να συνεχίσουμε τον αγώνα κατά των ξένων κατακτητών.’’ Ο εξοχότατος σερ ναύαρχος, όχι μόνο δε δέχτηκε την επιτροπή μας, μα μέσω του ίδιου του Πάταρη, μας έστειλε τούτη την καταπληκτική απάντηση: ’’Δε σας αφήνω ελεύθερους, γιατί είστε κομμουνιστές, θα πολεμήσετε τον κατακτητή και θα κάνετε την επανάσταση στην Ελλάδα. Και αυτό δε συμφέρει στην Αγγλία. Αν τυχόν κινηθείτε και φύγετε, θα γυρίσω τις μπούκες των κανονιών ενάντια στην Ακροναυπλία και θα σας κάψω’’. Και παρακάτω, ‘’...Φεύγοντας ο ‘Αγγλος ναύαρχος μαζί με τους προδότες ‘Ελληνες στρατηγούς και με την τελευταία διαταγή του δήμιου Μαναδιάκη, τριπλασίασαν τη φρουρά της Ακροναυπλίας, την όπλισαν με βαριά όπλα και κάνοντας αδύνατη τη δραπέτευσή μας, μας παρέδωσαν ‘’με πρωτόκολλο’’ στους Γερμανούς φασίστες’’.

Πολλοί πέθαναν ή αρρώστησαν βαριά έγκλειστοι ή εξόριστοι. Αναφέρεται πως: ‘’Από τας στερήσεις απέθαναν 64 (40 εις Άγιον Αυστράτιο, 13 εις Ακροναυπλίαν,, 4 εις Φολέγανδρον και 7 εις άλλας ξερονήσους). Υπέστησαν διασάλευσιν των φρένων από τα κακουχίας και τα βασανιστήρια 11 εις Ακροναυπλίαν και 5 εις Άγιον Ευστράτιον, προσεβλήθησαν από φυματίωσιν 70 εις Ακροναυπλίαν, 30 εις Άγιον Ευστράτιον και εις άλλους τόπους φυλακίσεως και εξορίας 100 άτομα, ενώ ησθένησαν βαρύτατα εξ άλλων νόσων 500 και πλέον άτομα.

Δυστυχώς πρέπει ενταύθα να σημειωθεί ότι μετά την κατάρρευσιν του μετώπου εκ των 1.870 πολιτικών κρατουμένων του Μεταξικού καθεστώτος οι 1.200, οι οποίοι δεν κατόρθωσαν να δραπετεύσουν, παρεδόθησαν εις τους κατακτητάς και ότι εκ τούτων οι 677 εξετελέσθησαν εις το Κούρνοβον, το Σκοπευτήριο Καισαριανής, έτι το στρατόπεδον Παύλου Μελά εν Θεσσαλονίκη και αλλαχού’’ (Ι. Κορωνάκης, Η πολιτεία της 4ης Αυγούστου, όπως παρατίθεται στο Σπύρος Λιναρδάτος, Η 4 η Αυγούστου, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1988, σελ. 395).

Η εκτέλεση του υποστράτηγου Κρεχ
Διμοιρία του 8ού Συντάγματος του ΕΛΑΣ υπό τον ανθυπολοχαγό ΠΖ του Ελληνικού Στρατού Μανώλη Σταθάκη επιτέθηκε κατά του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών και υποστράτηγου (Generalmajor) της ναζιστικής Γερμανίας Φράντς Κρεχ (Franz Krech και της συνοδείας του στην περιοχή των Μολάων Λακωνίας στις 27 Απριλίου του 1944 με αποτέλεσμα τον θάνατο αυτού και μελών της συνοδείας του. Την προηγούμενη ημέρα είχε
γίνει η απαγωγή του υποστράτηγου Κράιπε από Βρετανούς και Έλληνες αντιστασιακούς στην Κρήτη.

Το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών με τη συνεργασία και του ΕΑΜ άφησε σκοπίμως να διαρρεύσει για λόγους προπαγάνδας ότι ο υποστράτηγος Κρεχ εκτελέστηκε από την Γκεστάπο ως αντιφρονούντας και έδωσε στη δημοσιότητα πλαστογραφημένο γράμμα του όπου καλούσε τους Γερμανούς στρατιώτες σε λιποταξία.

Αναγγελία αντιποίνων
Η εφημερίδα Καθημερινή στις 30 Απριλίου 1944, μετά την επίθεση ανταρτών του ΕΛΑΣ, δημοσίευσε την εξής ανακοίνωση:
’Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίστησαν.

Ως αντίποινα διατάχτηκε:
Ο τυφεκισμός 200 Κομμουνιστών την 1.5.1944. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων. Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος.

Η ίδια ανακοίνωση μοιράστηκε και στη μορφή φυλλαδίου από τις γερμανικές Αρχές Κατοχής. Οι οργανώσεις του ΕΑΜ και της Κομματικής Οργάνωσης Αθηνών του ΚΚΕ προσπάθησαν σε συνδικαλιστικό και φοιτητικό επίπεδο να τους διασώσουν, ενώ έγινε προσπάθεια και για ένοπλη επέμβαση από τον ΕΛΑΣ, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε. Έγιναν ψηφίσματα σωματείων υπέρ της σωτηρίας των μελλοθάνατων, έγινε συγκέντρωση συγγενών στη Μητρόπολη, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός στο διαμέρισμά του προσευχόταν υπέρ της
σωτηρίας τους. Όταν αργά τη νύχτα εμφανίστηκε μπροστά στις απελπισμένες γυναίκες είπε: "Δεν μπορώ να κάνω τίποτα και το μόνο που μου απομένει είναι να παρακαλώ τον Θεό".


Η εκτέλεση των 200 κρατουμένων έγινε το πρωί της 1ης Μαΐου 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου εκτελέσθηκαν με οπλοπολυβόλα, οι σοροί μεταφέρθηκαν στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών και τάφηκαν σε ατομικούς τάφους. Μεταξύ των εκτελεσμένων, ήταν ο Μικρασιάτης Ναπολέων Σουκατζίδης (εκτελούσε και χρέη διερμηνέα) και ο Αντώνης

Βαρθολομαίος, στελέχη του ΚΚΕ με χρέη στρατοπεδάρχη, που ξεχώρισαν για την αυτοθυσία τους, αφού αρνήθηκαν να εκτελεστεί άλλος στη θέση τους όπως τους προτάθηκε από τον Γερμανό διοικητή του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου, Καρλ Φίσερ (Karl Fischer). Εκτελέστηκε επίσης και ο πρώην βουλευτής του ΚΚΕ Στέλιος Σκλάβαινας.

Το Τελευταίο Σημείωμα…
Λίγο πριν αντικρίσουν το εκτελεστικό απόσπασμα, κατά τη μεταφορά τους στο Σκοπευτήριο, πολλοί από τους μελλοθάνατους κατάφεραν να γράψουν μερικές λέξεις στα δικά τους αγαπημένα πρόσωπα και να πετάξουν τα σημειώματα στους δρόμους της Αθήνας. Λέξεις γεμάτες ανθρωπιά, πόθο για τη ζωή, λέξεις γεμάτες ιδανικά.

Σταχυολογούμε: «Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές», έγραψε ο Μήτσος Ρεμπούτσικας. Κι ο Νίκος Μαριακάκης συμπλήρωσε: «Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά, παρά να ζει σκλάβος».

Ο Κώστας Τσίρκας με ξεχωριστό τρόπο σημείωσε: «Πρωτομαγιά. Γεια σας. Όλοι πάμε στη μάχη». Κι ο εργάτης Σάββας Σαββόπουλος συμπύκνωσε: «Ας μάθει όλη η Ελλάδα, πως ούτε στιγμή δε χάσαμε την πίστη στην τελική νίκη της Σοβιετικής Ένωσης... Καμιά δύναμη δε θα μπορέσει να τσακίσει το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ θα νικήσει. Καλώ τον αδελφό μου, με σκληρή δουλιά να προσπαθήσει να ξεπλύνει το κακό που έκανε με τη δήλωση και την αδελφούλα μου να πάρει τη θέση μου στο ΚΚΕ».

Απολογισμός
Ο Βασίλης Μπαρτζιώτας στο βιβλίο του «Άστραψε φως η Ακροναυπλία» αναφέρει ότι ήταν 135 στους 200 οι φυλακισμένοι Ακροναυπλιώτες που εκτελέστηκαν την 1η Μαΐου του 1944 στην Καισαριανή. Μεταξύ των 200 εκτελέστηκαν και έξι τροτσκιστές και πέντε αρχειομαρξιστές.

Σύμφωνα με την απολογία του Χέλμουτ Φέλμυ στη Δίκη της Νυρεμβέργης, ο συνταγματάρχης Παπαδόγγονας λόγω προσωπικής συμπάθειας στον υποστράτηγο Φραντς Κρεχ, διέταξε χωρίς ανωτέρα εντολή είτε από τη Γερμανική διοίκηση είτε από το Υπουργείο Εσωτερικών, τη θανάτωση 100 αντιστασιακών ή ύποπτων για αντιστασιακή δράση.

Παράλληλα οι Γερμανοί σκότωσαν άλλους 25 στην Αθήνα. Συνολικά εκτελέστηκαν ως αντίποινα τουλάχιστον 325, ενώ υπήρξαν και άλλοι νεκροί στον δρόμο της επιστροφής της 117ης Μεραρχίας από τους Μολάους στη Σπάρτη. Ο Χέλμουτ Φέλμυ δικαιολόγησε τον αριθμό των εκτελεσμένων λόγω της ιδιότητας του Κρεχ ως διοικητή Μεραρχίας.

Επίλογος
Οι 200 της Καισαριανής έδωσαν τη ζωή τους για εκείνα τα ανώτερα ιδανικά που δίνουν περιεχόμενο στην έννοια «άνθρωπος». Και δεν πέθαναν ποτέ.

Εκείνη την Πρωτομαγιά, την Πρωτομαγιά του ’44, την έγραψαν με το αίμα τους σε ένα κεφάλαιο της Ιστορίας που δε θα σβήσει ποτέ.

Οι 200 αντιφασίστες πατριώτες κομμουνιστές έγιναν θρύλος. Οι κομμουνιστές δεσμώτες, που η ελληνική πλουτοκρατία, η κυβέρνηση του Τσουδερού και το καθεστώς του Μεταξά κρατούσαν έγκλειστους στην Ακροναυπλία και την Ανάφη, οι κομμουνιστές που με την είσοδο των χιτλερικών στην Ελλάδα το καθεστώς του Μεταξά και οι δωσίλογοι τους παρέδωσαν στους ναζί, μετέτρεψαν με το αίμα τους το Σκοπευτήριο σε θυσιαστήριο της λευτεριάς.

Την Πρωτομαγιά του ’44, οι 200 της Καισαριανής σήκωσαν την Ελλάδα ένα μπόι ψηλότερα. Οι πάνω από 750 συνολικά εκτελεσμένοι πατριώτες στο θυσιαστήριο της Καισαριανής σήκωσαν την Ελλάδα ψηλότερα με εκείνο τον τρόπο που ξέρουν να το κάνουν οι κομμουνιστές. Τον τρόπο που περιέγραψε λίγα χρόνια αργότερα ο Μπελογιάννης: «Με την καρδιά μας και με το αίμα μας».

Πηγές:
1. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918 – 1939, Α2 Τόμος, Σύγχρονη Εποχή
2. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1939 – 1949, B1 Τόμος, Σύγχρονη Εποχή
3. Ν. Μπογιόπουλος, ‘’Οι 200 της Καισαριανής’’, Ημεροδρόμος (imerodromos.gr),
2 Μαΐου 2020
4. Έπεσαν για την Ζωή, Έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, ΑΘΗΝΑ 2001, τ.Α,σ.182-196
5. Β. Μπαρτζιώτας: «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ.
197 – 199
6. Βασίλης Μπαρτζιώτας: ‘’Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβρης 1944’’ (2η έκδοση
Σύγχρονη Εποχή, σελ. 187)
7. Εθνική Αντίσταση 1941- 1944: «Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων
πατριωτών», Αθήνα 1974, σελ. 111, 141, 143, 167
8. Γιώργος Πετρόπουλος (30/05/2002). «ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944: Οι 200 εκτελεσμένοι
κομμουνιστές στην Καισαριανή». Ριζοσπάστης.
9. Η εκτέλεση των 200 πατριωτών από τους Γερμανούς στην Καισαριανή ως αντίποινα
για τον θάνατο ενός στρατηγού στη Σπάρτη.». Η Μηχανή του Χρόνου.

Διαβάστε επίσης εδώ το άρθρο για την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής από το Culture in Athens

Dry Shampoos That Smell Just as Good as Perfume

Εξορία στη Φολέγανδρο 1937-1938

Η πρώτη εξορία του Δημήτρη Κυριακούδη ξεκινά το 1937, όταν μεταφέρεται από τις Σέρρες στη Φολέγανδρο, έναν από τους βασικούς τόπους εκτόπισης του καθεστώτος της Δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Για έναν ολόκληρο χρόνο, έως το 1938, βίωσε την απομόνωση και τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης ενός άνυδρου και αποκομμένου νησιού. Η εμπειρία αυτή αποτέλεσε την πρώτη δοκιμασία σε μια πορεία διώξεων, σηματοδοτώντας την αρχή της προσωπικής του διαδρομής μέσα στο σύστημα των πολιτικών εξοριών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία του Κυριακούδη συνδέεται με την ευρύτερη ιστορία των αγωνιστών που βρέθηκαν αντιμέτωποι με την καταστολή της εποχής.

Αναδρομή

Δίπλα στα κάθε λογής μέτρα και μεθοδεύσεις που επιστρατεύτηκαν για την ενσωμάτωση του εργατικού-σοσιαλιστικού κινήματος, υπήρξε βέβαια η καταστολή. Οι μορφές που έλαβε ποικίλλαν. Οι δε ρίζες της χρονολογούνται πολύ πριν την ίδρυση της ΓΣΕΕ και του ΚΚΕ, από την πρώτη στιγμή που οι εργάτες άρχισαν να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες εργασίας και οι σοσιαλιστικές ιδέες να έχουν απήχηση.

Το 1914, οι σοσιαλιστές Μπεναρόγια και Γιονάς θα γίνονταν οι πρώτοι πολιτικοί εξόριστοι στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Βάσει του νόμου ΤΟΔ/1871 «περί καταδιώξεως της ληστείας», που το 1913 επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλάβει την εκτόπιση κάθε ατόμου που κρινόταν ένοχο για διατάραξη της δημόσιας ασφάλειας (Ν.121/1913), οι δύο σοσιαλιστές-στελέχη της Φεντερασιόν συνελήφθησαν το 1914 στη Θεσσαλονίκη κι εξορίστηκαν στη Νάξο επειδή μετείχαν στην οργάνωση της απεργίας των καπνεργατών.

Τον Ιούλη του 1919 οι τέσσερις σοσιαλιστές που είχαν εκλεγεί στη διοίκηση της ΓΣΕΕ από το Ιδρυτικό της Συνέδριο εκτοπίστηκαν στη Φολέγανδρο, πυροδοτώντας την πρώτη πανελλαδική πολιτική απεργία.
Κατά την περίοδο που ίσχυε ο θεσμός των εκτοπίσεων, δηλαδή μεταξύ 1928 και 1971, χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 29 νησιά του Αιγαίου ως τόποι εξορίας και φυλακής μεταξύ των οποίων και η Φολέγανδρος. Η αρχή για πιο οργανωμένες εκτοπίσεις έγινε το 1926 επί δικτατορίας Παγκάλου, όπου εκτοπίστηκαν στελέχη του ΚΚΕ, Γιώργος Κολοζώφ, Παντελής Πουλιόπουλος, Γιάννης Ζέβγος, Γιώργος Νίκολης, Περικλής Καρασκόγιας, Ορφέας Οικονομίδης κ.α. ως αυτονομιστές.

Το 1937, το δικτατορικό Καθεστώς της 4ης Αυγούστου όρισε τα νησιά Άγιο Ευστράτιο, Ανάφη, Σίφνο και Φολέγανδρο ως τόπους εξορίας «των ήσσονος βαθμού σοβαρότητος κομμουνιστών». Τα περισσότερα εξ αυτών ήταν μικρά, άνυδρα κι άγονα νησιά, με ανεπαρκή ως ανύπαρκτη επικοινωνία με άλλα νησιά ή το ηπειρωτικό μέρος της χώρας.

Τόσο η απομόνωση όσο και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν ιδιαίτερα δύσκολες για τους εξόριστους που, εκτός από την πείνα, είχαν ν’ αντιμετωπίσουν και αρρώστιες όπως η ελονοσία, ο τύφος και η φυματίωση. Πολλοί δε θ’ αντέξουν σωματικά και ψυχικά αυτήν τη δοκιμασία.

Μεταξύ των εξορισθέντων εκείνης της περιόδου στη Φολέγανδρο ήταν σημαντικές προσωπικότητες του πνεύματος όπως η Φούλα Χατζιδάκη, ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης κ.ά.

Πηγή:

  • ΚΟΜΕΠ, Τεύχος 6, 2013. ‘’Η αντιμετώπιση του ΚΚΕ από το αστικό κράτος (1918-1936, Αν. Γκίκας
  • Φολέγανδρος, Η ιστορία του νησιού, e-kyklades Ιστορία της Φολεγάνδρου, golden-greece, 5/11/2016
  • Δύο λόγια για τη Φούλα Χατζιδάκη, Κώστας Παντελόγλου